Όταν απογοητευόμαστε από την πολιτική, επιστρέφει συχνά μία φαινομενικά απλή λύση: μήπως θα ήταν καλύτερα να μας κυβερνούσαν οι ειδικοί; Οι οικονομολόγοι γνωρίζουν καλύτερα την οικονομία, οι γιατροί την υγεία, οι μηχανικοί τις υποδομές, οι επιστήμονες της πληροφορικής την τεχνολογία. Γιατί, λοιπόν, να μην αφήσουμε τις σημαντικές αποφάσεις σε ανθρώπους που πραγματικά γνωρίζουν; Η σκέψη ακούγεται λογική. Αλλά, σε τι ακριβώς πρέπει να είναι ειδικός κάποιος για να κυβερνήσει μία κοινωνία;
Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε τον πολιτικό ως υφαντή στον πλατωνικό Πολιτικό. Η πολιτική δεν παρουσιάζεται εκεί σαν μία ακόμα ειδικότητα ανάμεσα στις άλλες. Ο Πλάτων χρησιμοποιεί πρώτα το παράδειγμα του αρχιτέκτονα, ο οποίος δεν είναι απλώς ένας ακόμα εργάτης, αλλά εκείνος που κατευθύνει τους άλλους μέχρι να ολοκληρωθεί το έργο. Αργότερα, η εικόνα γίνεται ακόμα ισχυρότερη: η πολιτική είναι η τέχνη που συνυφαίνει. Ο πολιτικός δεν γνωρίζει περισσότερα από τον γιατρό για την ιατρική, ούτε από τον στρατηγό για την στρατηγική. Καλείται, όμως, να αντιμετωπίσει ένα διαφορετικό πρόβλημα: πότε, προς ποιον σκοπό και με ποιον τρόπο πρέπει να συνδεθούν οι διαφορετικές γνώσεις μέσα στην πολιτική κοινότητα. Ο Αριστοτέλης δεν γνώριζε, βέβαια, την σύγχρονη τεχνοκρατία. Διέκρινε όμως διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους γνωρίζουμε και αποφασίζουμε. Ανάμεσά τους βρίσκεται η φρόνησις. Δεν είναι απλώς κατοχή πληροφοριών, ούτε τεχνική επάρκεια. Αφορά την κρίση για τα ανθρώπινα πράγματα, εκεί όπου οι περιστάσεις μεταβάλλονται και πρέπει τελικά να πράξουμε. Η επιστημονική γνώση μπορεί να μας πει πολλά για το τι είναι δυνατό, με ποια μέσα και με ποιες συνέπειες. Δεν μπορεί όμως, από μόνη της, να αποφασίσει ποιο από τα δυνατά μέλλοντα αξίζει να επιλέξει μία πολιτική κοινότητα.
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα. Ένας οικονομολόγος μπορεί να υπολογίσει πολύ καλύτερα από τους περισσότερους πολίτες, τις οικονομικές συνέπειες μιας απόφασης. Ένας γιατρός μπορεί να εκτιμήσει καλύτερα τις υγειονομικές συνέπειες μιας άλλης. Ένας μηχανικός μπορεί να μας πει ποια λύση είναι ασφαλέστερη για μία γέφυρα. Σε αυτά τα ζητήματα, η άγνοια δεν είναι δημοκρατική αρετή και η γνώμη όλων δεν έχει την ίδια επιστημονική βαρύτητα. Μία κοινωνία όμως δεν καλείται μόνο να υπολογίζει. Καλείται και να επιλέγει ανάμεσα σε αγαθά που συχνά ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Πόσους πόρους θα διαθέσει στην υγεία και πόσους στην παιδεία; Πόσο βάρος θα δώσει στην οικονομική αποτελεσματικότητα και πόσο στην κοινωνική ισότητα; Πόσο θα φροντίσει τις ανάγκες του παρόντος και πόσο εκείνες των επόμενων γενεών; Η γνώση του ειδικού είναι αναγκαία. Δεν μετατρέπει όμως μία επιλογή αξιών σε τεχνικό υπολογισμό.
Εδώ βρίσκεται το όριο της τεχνοκρατικής λογικής. Αν παρουσιάσουμε ένα πολιτικό πρόβλημα ως αποκλειστικά τεχνικό, είναι εύκολο να πιστέψουμε ότι υπάρχει μία «σωστή» λύση και ότι απομένει απλώς να βρούμε τον κατάλληλο ειδικό. Αλλά σωστή ως προς τι; Αποτελεσματικότερη για ποιον σκοπό; Ο Αριστοτέλης γράφει στα Ηθικά Νικομάχεια ότι δεν βουλευόμαστε για τα τέλη, αλλά για όσα οδηγούν προς αυτά: «οὐ περὶ τῶν τελῶν ἀλλὰ περὶ τῶν πρὸς τὰ τέλη». Ο γιατρός, έχοντας ως σκοπό την θεραπεία, εξετάζει πώς θα την επιτύχει. Μία πολιτική κοινότητα όμως επιδιώκει πολλά αγαθά, τα οποία δεν συμβαδίζουν πάντοτε αρμονικά. Και τότε, η δυσκολία δεν είναι μόνο να βρούμε τα αποτελεσματικότερα μέσα. Είναι να κρίνουμε τι θα προηγηθεί όταν τα αγαθά συγκρούονται.
Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μία δεύτερη Αριστοτελική λέξη: εὐβουλία. Είναι η ορθότητα της βούλευσης, η ικανότητα να σκεφτόμαστε καλά πριν πράξουμε. Ο Αριστοτέλης, μάλιστα, την διακρίνει από την απλή ορθότητα ενός συμπεράσματος: δεν αρκεί να καταλήξει κανείς τυχαία στο σωστό αποτέλεσμα• έχει σημασία να έχει βουλευθεί σωστά, για τους σωστούς λόγους και με τον κατάλληλο τρόπο. Μπορούμε, λοιπόν, να έχουμε άριστα δεδομένα και εξαιρετικούς ειδικούς και παρ’ όλα αυτά, να πρέπει να κρίνουμε ανάμεσα σε διαφορετικές δυνατότητες. Η πολιτική χρειάζεται την γνώση, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτήν.
Αυτό δεν είναι επιχείρημα εναντίον των ειδικών. Το αντίθετο. Όσο πιο σύνθετος γίνεται ο κόσμος, τόσο περισσότερο χρειαζόμαστε ανθρώπους που γνωρίζουν όσα εμείς δεν γνωρίζουμε. Η δημοκρατία δεν καταργεί την επιστημοσύνη. Ένας πολίτης δεν γίνεται μηχανικός, επειδή ψηφίζει για μία γέφυρα, ούτε γιατρός επειδή έχει άποψη για ένα νοσοκομείο. Το σφάλμα αρχίζει όταν από την εύλογη πρόταση «ο ειδικός γνωρίζει καλύτερα το αντικείμενό του», περνάμε σχεδόν ανεπαίσθητα στην πολύ διαφορετική πρόταση «ο ειδικός γνωρίζει καλύτερα τι πρέπει να θέλει η κοινωνία». Υπάρχει βέβαια και το αντίστροφο σφάλμα: να πιστεύουμε ότι, επειδή οι πολιτικές επιλογές δεν ανήκουν αποκλειστικά στους ειδικούς, μπορούμε να αγνοούμε όσα εκείνοι γνωρίζουν.
Ίσως λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν μπορούν να κυβερνήσουν οι τεχνοκράτες. Ένας οικονομολόγος, ένας γιατρός, ένας μηχανικός, ή ένας επιστήμονας μπορεί ασφαλώς να γίνει πολιτικός. Το κρίσιμο είναι αν, όταν περνά από την ειδική γνώση στην πολιτική, αντιλαμβάνεται ότι έχει αλλάξει ερώτημα. Δεν καλείται πλέον μόνο να απαντήσει «τι μπορεί να γίνει και πώς;», αλλά και «τι αξίζει να επιλέξουμε, για ποιους και με ποιο κόστος;». Ανάμεσα στην γνώση και στην πράξη βρίσκεται τότε η προαίρεσις: η επιλογή που προκύπτει από την βούλευση για όσα εξαρτώνται από εμάς. Η πολιτική χρειάζεται γνώση για να βλέπει τους δρόμους που ανοίγονται μπροστά της• χρειάζεται φρόνησις, εὐβουλία και προαίρεσις: κρίση, σωστή βούλευση και τελικά επιλογή. Γιατί οι ειδικοί μπορούν να μας βοηθήσουν να γνωρίζουμε πολύ καλύτερα πού οδηγεί κάθε δρόμος. Δεν μπορούν, όμως, να απαλλάξουν μία πολιτική κοινότητα από το δυσκολότερο καθήκον της: να αποφασίσει ποιον δρόμο θέλει να πάρει.














