Οι διεθνείς επενδύσεις δεν επηρεάζονται μόνο από την πορεία των αγορών, ή την απόδοση μιας μετοχής. Για έναν ευρωπαίο επενδυτή που αγοράζει αμερικανικές μετοχές, υπάρχει πάντα και ένας ακόμα παράγοντας που μπορεί να αλλάξει το τελικό αποτέλεσμα: η συναλλαγματική ισοτιμία.
Μία μετοχή μπορεί να κινηθεί θετικά σε δολάρια, όμως η τελική απόδοση σε ευρώ να είναι χαμηλότερη, αν στο μεταξύ το δολάριο αποδυναμωθεί. Αντίθετα, όταν το δολάριο ενισχύεται, ο επενδυτής μπορεί να έχει επιπλέον όφελος, πέρα από την άνοδο της ίδιας της μετοχής. Αυτό σημαίνει ότι, η πραγματική απόδοση μιας επένδυσης σε ξένη αγορά δεν εξαρτάται μόνο από την τιμή της μετοχής, αλλά και από το νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένη.
Για αυτόν τον λόγο υπάρχει το συναλλαγματικό hedging, δηλαδή η προσπάθεια περιορισμού της επίδρασης που έχουν οι μεταβολές της ισοτιμίας στο χαρτοφυλάκιο. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω ειδικών ETF, funds, ή άλλων χρηματοοικονομικών εργαλείων. Ωστόσο, η προστασία αυτή δεν είναι δωρεάν. Συνήθως έχει κόστος, υψηλότερες χρεώσεις και απαιτεί σωστή χρονική επιλογή.
Η συναλλαγματική αντιστάθμιση μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία σε βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις, σε μεγάλες θέσεις, ή στο trading, όπου ακόμα και μικρές μεταβολές μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα. Στις μακροπρόθεσμες επενδύσεις, όμως, η έκθεση σε ξένο νόμισμα μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να λειτουργήσει και ως στοιχείο διαφοροποίησης.
Το ζητούμενο δεν είναι να αποφεύγεται κάθε κίνδυνος, αλλά να υπάρχει επίγνωση. Ο επενδυτής χρειάζεται να γνωρίζει όχι μόνο τι αγοράζει, αλλά και σε ποιο νόμισμα το αγοράζει. Γιατί στο τέλος, η απόδοση που έχει πραγματική σημασία είναι αυτή που μένει στο χαρτοφυλάκιο μετά την ισοτιμία, τα κόστη και τις αποφάσεις.
Γιάννης Λαμπρίδης, Money Expert














