Γιατί χιλιάδες πολίτες σε διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες βγαίνουν στους δρόμους; Στην Γαλλία, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην Σερβία και στην Ελλάδα, οι αφορμές των κινητοποιήσεων διαφέρουν. Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η δυσαρέσκεια για τις δημόσιες Υπηρεσίες και τα αιτήματα για διαφάνεια και λογοδοσία, δημιουργούν διαφορετικές εστίες κοινωνικής έντασης. Δεν πρόκειται για μία ενιαία ευρωπαϊκή εξέγερση. Πίσω όμως από τις διαφορετικές διεκδικήσεις διακρίνεται ένα κοινό ερώτημα: ανταποκρίνεται η πολιτική στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών, ή τις ανακαλύπτει μόνον όταν οι δρόμοι γεμίσουν;
Η αφορμή μιας διαδήλωσης δεν ταυτίζεται πάντοτε με την βαθύτερη αιτία της. Στην Σερβία, η τραγωδία στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, έγινε αφετηρία ευρύτερων διεκδικήσεων για διαφάνεια και λογοδοσία. Στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, η δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία, εκφράζει κάτι περισσότερο από την αύξηση των ενοικίων: την αγωνία των ανθρώπων για το μέλλον τους. Στην Ελλάδα, οι πανεκπαιδευτικές κινητοποιήσεις της 21ης Οκτωβρίου ανέδειξαν αιτήματα για την ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης και το κόστος των σπουδών. Οι αντιδράσεις για το κόστος ζωής και τις δημόσιες υπηρεσίες φανερώνουν την ανησυχία ότι, βασικά κοινωνικά αγαθά γίνονται ολοένα δυσκολότερα προσβάσιμα. Όταν διαφορετικά αιτήματα προκαλούν τόσο έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια, αξίζει να εξετάσουμε και τον τρόπο με τον οποίο καθορίζονται οι πολιτικές προτεραιότητες. Ο Αριστοτέλης, στα Πολιτικά, διακρίνει το ζῆν από το εὖ ζῆν. Το πρώτο αναφέρεται στην ίδια την ζωή και στις αναγκαίες προϋποθέσεις της. Το δεύτερο σημαίνει να ζει κανείς καλά: όχι απλώς να διαθέτει υλικά αγαθά, αλλά να έχει την δυνατότητα μιας ολοκληρωμένης ανθρώπινης ζωής, με αρετή και συμμετοχή στην πολιτική κοινότητα. Η διάκριση αυτή, μάς βοηθά να κατανοήσουμε γιατί η οικονομική ανάπτυξη δεν αρκεί πάντοτε για την κοινωνική ευημερία. Μία χώρα μπορεί να εμφανίζει θετικούς οικονομικούς δείκτες, ενώ πολλοί πολίτες δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν κατοικία, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και προοπτική για τα παιδιά τους. Η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από όσα παράγει μία οικονομία, αλλά και από τις δυνατότητες ζωής που προσφέρει στους ανθρώπους.
Εδώ ανακύπτει το πρόβλημα της πολιτικής εκπροσώπησης. Οι εκλογές νομιμοποιούν τις κυβερνήσεις να ασκούν εξουσία, δεν τους παρέχουν όμως απεριόριστη εξουσιοδότηση να αγνοούν τις κοινωνικές αντιδράσεις. Η δημοκρατία δεν εξαντλείται στην περιοδική προσέλευση στις κάλπες. Προϋποθέτει διαφάνεια, λογοδοσία, αιτιολόγηση των αποφάσεων, ουσιαστική δυνατότητα συμμετοχής και παρρησία, δηλαδή την ελευθερία και το θάρρος των πολιτών να εκφράζουν δημόσια τις απόψεις τους. Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι οι θεσμοί δεν τους ακούν, η διαμαρτυρία γίνεται τρόπος διεκδίκησης της πολιτικής τους παρουσίας. Η ειρηνική κινητοποίηση δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην ένδειξη δημοκρατικής αποτυχίας• μπορεί, αντιθέτως, να αποτελεί έκφραση δημοκρατικής εγρήγορσης.
Αλλά εδώ χρειάζεται μία εξίσου σημαντική διάκριση. Το δίκαιο ενός αιτήματος δεν δικαιολογεί την βία. Οι επιθέσεις σε ανθρώπους, οι καταστροφές και οι λεηλασίες καταστημάτων δεν αποκτούν πολιτική αξία, επειδή συμβαίνουν κατά την διάρκεια μιας διαδήλωσης. Αντιθέτως, μπορούν να αποδυναμώσουν την επιχειρηματολογία υπέρ των αιτημάτων και να δυσχεράνουν την αναζήτηση λύσεων. Όταν οι εικόνες από σπασμένες βιτρίνες και λεηλατημένα καταστήματα κυριαρχούν στην δημόσια συζήτηση, οι αιτίες της κοινωνικής δυσαρέσκειας κινδυνεύουν να περάσουν σε δεύτερη μοίρα. Τέτοια επεισόδια μπορούν, επίσης, να προσφέρουν στην εξουσία το πρόσχημα για δυσανάλογη καταστολή, ή για μέτρα που περιορίζουν δικαιώματα και ελευθερίες. Αυτό δεν καθιστά τους ειρηνικούς διαδηλωτές συνυπεύθυνους για τις πράξεις άλλων, ούτε δικαιολογεί την αυθαιρεσία των κρατικών Αρχών. Η διεκδίκηση της δικαιοσύνης δεν μπορεί να στηρίζεται σε πράξεις αδικίας, όπως και η προστασία της δημόσιας τάξης δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για τον περιορισμό της δημοκρατίας.
Κατά τον Αριστοτέλη, η πολιτική κοινότητα συνδέεται με την ανθρώπινη ικανότητα του λόγου: να διακρίνουμε και να συζητούμε το δίκαιο και το άδικο, το ωφέλιμο και το βλαβερό. Η κοινωνική οργή μπορεί να αποκαλύπτει μία αδικία, δεν αρκεί όμως για να προσδιορίσει τι είναι δίκαιο. Γι’ αυτό χρειάζεται να μετατρέπεται σε δημόσιο λόγο, επιχειρήματα και συγκεκριμένες διεκδικήσεις. Αντίστοιχα, η πολιτική εξουσία οφείλει όχι μόνο να εξηγεί τις αποφάσεις της, αλλά και να τις επανεξετάζει όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι. Η δημοκρατία απαιτεί από τους πολίτες να αναγνωρίζουν όρια στην δράση τους και από τους κυβερνώντες να αναγνωρίζουν όρια στην εξουσία τους.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρουσία των νέων στις κινητοποιήσεις, η οποία φέρνει στην μνήμη τον Μάη του 1968. Οι ιστορικές συνθήκες και τα αιτήματα διαφέρουν, αλλά ένα ερώτημα παραμένει επίκαιρο: έχουν οι νέοι ουσιαστικό λόγο στην διαμόρφωση του μέλλοντος που καλούνται να ζήσουν; Η δυσκολία εύρεσης κατοικίας, η εργασιακή αβεβαιότητα και οι περιορισμένες προοπτικές δεν αφορούν μόνο το σημερινό βιοτικό επίπεδο, αλλά την δυνατότητα σχεδιασμού μιας ολόκληρης ζωής. Μία κοινωνία που ζητά από τους νέους να σπουδάσουν, να εργαστούν και να αναλάβουν ευθύνες, χωρίς να τους προσφέρει πειστική προοπτική, δεν πρέπει να εκπλήσσεται όταν εκείνοι αμφισβητούν τις προτεραιότητές της.
Οι ευρωπαϊκές κινητοποιήσεις δεν αποδεικνύουν ότι οι κοινωνίες βρίσκονται μπροστά σε μία ενιαία πολιτική κρίση. Υπενθυμίζουν, όμως, ότι η κοινωνική συνοχή δεν εξασφαλίζεται μόνο με οικονομικούς δείκτες, εκλογικές νίκες, ή μέτρα δημόσιας τάξης. Απαιτεί εμπιστοσύνη, δικαιοσύνη και ουσιαστική συμμετοχή. Η βία πρέπει να αντιμετωπίζεται, αλλά η αποκατάσταση της τάξης δεν ισοδυναμεί με επίλυση των προβλημάτων που προκάλεσαν την δυσαρέσκεια. Η πραγματική δοκιμασία μιας δημοκρατίας δεν είναι να καταφέρει να αδειάσει τους δρόμους. Είναι να δημιουργήσει τις συνθήκες, ώστε οι πολίτες να μπορούν να ακούγονται προτού χρειαστεί να τους γεμίσουν.














