Όσοι και όσες έπαιξαν στο «στοίχημα» το πρόσωπο που θα γίνει καλλιτεχνικός διευθυντής στο Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.) Καβάλας και επέλεξαν την Εύα Οικονόμου-Βαμβακά, ήταν δύσκολο να «πάνε στον κουβά»! Η στοιχηματική εταιρεία έδινε μεγάλο «φαβορί» την Εύα και επαληθεύτηκε! Το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., κατά πλειοψηφία, επέλεξε την ίδια καλλιτεχνική διευθύντρια, η οποία θα συνεχίσει την συνεργασία με την διοίκηση του Θόδωρου Μουριάδη έως τις δημοτικές εκλογές του 2028.
Αρχικά, το διοικητικό συμβούλιο πήρε την απόφαση να ανανεώσει την θητεία της Εύας Οικονόμου-Βαμβακά. Τελικά, έπειτα από την αντίδραση παρατάξεων της «αντιπολίτευσης», έγινε πρόσκληση για «διαγωνισμό». Υποβλήθηκαν μερικές υποψηφιότητες, αξιολογήθηκαν τα προσόντα των υποψηφίων, αλλά υπερίσχυσε η «προϋπηρεσία» της Εύας! Ωστόσο, ο Γιώργος Καρατζιώτης, υποψήφιος για την θέση, εξέφρασε τον προβληματισμό του για την διαδικασία επιλογής. «Όταν σε μία διαδικασία δημόσιου Οργανισμού εμφανίζονται ζητήματα που αγγίζουν την νομιμότητα και την διαφάνεια, αυτά δεν μπορούν να παρακάμπτονται», αναφέρει στην γραπτή δήλωση που έκανε προς το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αναλυτικά η δήλωση αναφέρει τα ακόλουθα: «Κύριε πρόεδρε, κυρίες και κύριοι του διοικητικού συμβουλίου, ως πολίτης και ως υποψήφιος που συμμετείχε σε αυτή την διαδικασία, θεωρώ θεσμική μου υποχρέωση να καταγραφούν ορισμένα γεγονότα πριν προχωρήσουμε περαιτέρω. Γιατί η διαδικασία που μας έφερε στην σημερινή συνεδρίαση, δεν αφορά μόνο έναν υποψήφιο· αφορά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ένας δημόσιος θεσμός. Και όταν σε μία διαδικασία δημόσιου Οργανισμού εμφανίζονται ζητήματα που αγγίζουν την νομιμότητα και την διαφάνεια, αυτά δεν μπορούν να παρακάμπτονται. Οφείλουν να τίθενται καθαρά ενώπιον του διοικητικού συμβουλίου και να καταγράφονται. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, θα αναφερθώ σε ορισμένα συγκεκριμένα γεγονότα που αρχίζουν από την πρώτη ημέρα της διαδικασίας.
Στις 16 Ιανουαρίου, αμέσως μετά την κατάθεση της υποψηφιότητάς μου, υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία από την προϊσταμένη διοίκησης, κατά την οποία μου ζητήθηκε να προσκομίσω βεβαίωση ασφαλιστικών ενσήμων από τον Ε.Φ.Κ.Α., προκειμένου να αποδειχθεί ότι διαθέτω 1.500 ασφαλιστικά ένσημα συνεχόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας. Το πρόβλημα είναι απλό, ένα τέτοιο κριτήριο δεν προβλέπεται πουθενά στην προκήρυξη. Για τον λόγο αυτό, ζήτησα κάτι απολύτως αυτονόητο, να μου αποσταλεί η απαίτηση αυτή γραπτώς, ώστε να υπάρχει θεσμική βάση για ένα κριτήριο που θα μπορούσε να επηρεάσει την αξιολόγηση μιας υποψηφιότητας. Η απάντηση που έλαβα ήταν, ότι αυτό δεν θα αποσταλεί γραπτώς, επειδή η περίοδος των αποσαφηνίσεων είχε τελειώσει. Με άλλα λόγια, επιχειρήθηκε να εισαχθεί στην διαδικασία ένα νέο κριτήριο, εκτός προκήρυξης και ταυτόχρονα ζητήθηκε να μην καταγραφεί πουθενά. Σε εκείνο το σημείο, έγινε σαφές ότι η διαδικασία αυτή δεν θα ήταν μία συνηθισμένη διαδικασία. Και αποφάσισα να το ελέγξω θεσμικά.
Την ίδια ημέρα, στις 16 Ιανουαρίου, απέστειλα ηλεκτρονικό μήνυμα προς το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, ζητώντας να αποσαφηνιστεί εγγράφως η απαίτηση αυτή και η θεσμική της βάση. Δεν έλαβα απάντηση. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 19 Ιανουαρίου, επανήλθα με δεύτερο ηλεκτρονικό μήνυμα, επισημαίνοντας ότι η εισαγωγή ενός ποσοτικού ασφαλιστικού κριτηρίου που δεν προβλέπεται στην προκήρυξη, θα συνιστούσε ουσιώδη μεταβολή των όρων της διαδικασίας και θα δημιουργούσε ζήτημα συμβατότητας με τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων. Μέχρι σήμερα, καμία απάντηση δεν έχει δοθεί. Και εδώ τίθεται ένα απλό ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν, σε μία διαδικασία επιλογής δημόσιας θέσης, να εμφανίζονται κριτήρια που δεν υπάρχουν στην προκήρυξη, να ζητείται η εφαρμογή τους και ταυτόχρονα η διοίκηση να αρνείται να τα καταγράψει γραπτώς;
Για τον λόγο αυτό, απευθύνθηκα θεσμικά στο Υπουργείο εσωτερικών, το οποίο μου απέστειλε την αριθμ. πρ. 12911 έγγραφη διευκρίνιση. Και η θέση του Υπουργείου είναι απολύτως σαφής: Οι φορείς δεσμεύονται από το περιεχόμενο της προκήρυξης και δεν νομιμοποιούνται να ζητούν πρόσθετα προσόντα, ή δικαιολογητικά, πέραν αυτών που αναγράφονται σε αυτή. Η προκήρυξη δεν περιλαμβάνει κριτήριο 1.500 ενσήμων και η έγγραφη απάντηση του Υπουργείου εσωτερικών το επιβεβαιώνει. Ποιος αποφάσισε, λοιπόν, την εφαρμογή αυτού του φίλτρου; Το ψήφισε το διοικητικό συμβούλιο; Υπάρχει σχετική απόφαση, ή πρακτικά; Ή το εισήγαγε κάποιος, χωρίς απόφαση του σώματος και αν ναι, πώς το επιτρέψατε; Το ζήτημα, λοιπόν, παύει να είναι προσωπική άποψη, ή ερμηνεία. Είναι πλέον επίσημη θέση της ίδιας της διοίκησης του κράτους. Και από την στιγμή που αυτό έχει τεθεί εγγράφως, κάθε απόφαση που θα ληφθεί σήμερα σε αυτή την αίθουσα, λαμβάνεται με πλήρη γνώση αυτής της πραγματικότητας.
Δυστυχώς, στην συνεδρίαση της 4ης Μαρτίου αποδείχθηκε ότι ο κίνδυνος που είχα επισημάνει δεν ήταν υποθετικός, ήταν ήδη πραγματικότητα. Κυρίες και κύριοι του διοικητικού συμβουλίου, κατά την συνεδρίαση εκείνη, βρέθηκα να επεξηγώ την επαγγελματική μου εμπειρία ενώπιον της προϊσταμένης διοίκησης, του ίδιου προσώπου που λίγες ημέρες πριν είχε αρνηθεί να μου αποστείλει γραπτώς το υποτιθέμενο «επιπλέον κριτήριο» των ενσήμων. Βρέθηκα να εξηγώ τα αυτονόητα: τι σημαίνει θεατρική σεζόν, πώς αποτυπώνεται η επαγγελματική δραστηριότητα στο θέατρο, ποια είναι η πραγματικότητα της εργασίας στον χώρο. Και την ίδια στιγμή, άκουγα να διατυπώνεται το επιχείρημα ότι πρέπει να «δικαιολογηθεί στο Υπουργείο πολιτισμού» μία συνεχόμενη πενταετία εμπειρίας βάσει ενός νόμου που απλώς δεν υπάρχει. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πληροφορήθηκα ότι πριν ακόμα αρχίσει η ακρόασή μου, είχε ήδη τεθεί προς ψήφιση και μάλιστα είχε διαμορφωθεί πλειοψηφία, για την απόρριψη της υποψηφιότητάς μου.
Με άλλα λόγια, κλήθηκα να συμμετάσχω σε μία διαδικασία αξιολόγησης, της οποίας το αποτέλεσμα φαίνεται ότι είχε ήδη προαποφασιστεί πριν καν ακουστεί ο υποψήφιος. Θα είμαι σαφής: Όταν επιχειρείται η εφαρμογή κριτηρίων που δεν προβλέπονται στην προκήρυξη, όταν η κρίση μιας υποψηφιότητας φαίνεται να προηγείται της ακρόασης του υποψηφίου και όταν η διαδικασία μετατρέπεται σε μία προσπάθεια εκ των υστέρων «δικαιολόγησης» προϋποθέσεων που δεν προβλέπονται σε κανένα θεσμικό κείμενο, τότε δεν πρόκειται απλώς για μία διαδικαστική αστοχία. Πρόκειται για μία πρακτική, που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με βασικές αρχές της διοικητικής διαδικασίας: την αρχή της νομιμότητας, την αρχή της διαφάνειας και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων.
Κύριε πρόεδρε, στην συνεδρίαση εκείνη, δεν ανταποκριθήκατε στον θεσμικό ρόλο που κατέχετε. Αντί να σταματήσει αμέσως μία διαδικασία που στηριζόταν σε κριτήρια εκτός προκήρυξης και σε ανύπαρκτες νομικές ερμηνείες, επιτρέψατε να συνεχιστεί μία συζήτηση στην οποία βρέθηκα να εξηγώ τα αυτονόητα. Το γεγονός ότι αργότερα ανακλήθηκε η απόφαση, δεν αλλάζει την ουσία του ζητήματος. Η ανάκληση μιας απόφασης δεν διαγράφει όσα προηγήθηκαν· απλώς επιβεβαιώνει ότι η διαδικασία είχε ήδη εκτροχιαστεί.
Κυρίες και κύριοι σύμβουλοι, ας μην γελιόμαστε. Η πλειοψηφία αυτού του διοικητικού συμβουλίου το έχει ήδη κάνει απολύτως ξεκάθαρο. Η σημερινή διαδικασία μοιάζει περισσότερο με επικύρωση μιας γνωστής επιλογής, ενός συγκεκριμένου προσώπου, παρά με πραγματική αξιολόγηση. Και αυτό δεν το λέω εγώ. Το συζητά, πλέον, όλη η πόλη. Αυτό που προκαλεί πραγματική εντύπωση, όμως, είναι κάτι άλλο, ότι για να οδηγηθείτε σε αυτή την επιλογή κρίνατε σκόπιμο να παραβιαστούν τουλάχιστον οκτώ διαφορετικοί κανόνες και αρχές του διοικητικού και θεσμικού πλαισίου που διέπουν την λειτουργία ενός δημόσιου Οργανισμού. Γιατί από την κρίση μέχρι την απροκάλυπτη θεσμική παρατυπία υπάρχει ένα σαφές όριο. Και το όριο αυτό εδώ φαίνεται να έχει ξεπεραστεί. Και είναι πραγματικά εντυπωσιακό, ότι όλα αυτά συμβαίνουν το 2026. Θα περίμενε κανείς περισσότερη θεσμική επίγνωση από εσάς και όχι πρακτικές που θυμίζουν εποχές που όλοι πιστεύαμε ότι έχουν ξεπεραστεί. Γιατί δεν πρόκειται για μία παρατυπία. Πρόκειται για μία αλληλουχία παρατυπιών, που επιχειρείται να παρουσιαστεί ως κανονικότητα, σαν να μην υπάρχουν συνέπειες.
Κλείνοντας, η σημερινή σας απόφαση δεν θα είναι απλώς μία καλλιτεχνική επιλογή. Θα είναι μία διοικητική πράξη, που λαμβάνεται υπό το βάρος όλων όσων έχουν προηγηθεί από τις 16 Ιανουαρίου μέχρι σήμερα. Κάθε μέλος αυτού του διοικητικού συμβουλίου γνωρίζει πλήρως την ευθύνη της ψήφου που πρόκειται να καταγράψει στα πρακτικά. Γιατί οι θεσμικοί ρόλοι είναι προσωρινοί. Τα πρακτικά όμως μένουν. Και η ιστορία των θεσμών γράφεται πάντα μέσα σε αυτά. Η υποψηφιότητά μου δεν στηρίζεται σε ισχυρισμούς. Στηρίζεται σε μία πραγματική επαγγελματική πορεία στο θέατρο, σε χρόνια εργασίας μέσα στον ίδιο τον χώρο που καλείται να υπηρετήσει αυτός ο θεσμός. Γνωρίζω το θέατρο από μέσα, ως άνθρωπος της σκηνής, της δημιουργίας και της παραγωγής. Έχω την εμπειρία, την γνώση και την ευθύνη που απαιτεί αυτή η θέση. Και να είστε βέβαιοι, ότι οι θεσμικές μου δυνατότητες θα γίνουν αντιληπτές, σε κάθε περίπτωση, σε οποιαδήποτε θέση και με κάθε τρόπο.
Τελειώνοντας, θα μου επιτρέψετε να κλείσω με μία φράση του Χρόνη Μίσσιου, από μία συνέντευξη του στο περιοδικό «Υποβρύχιο», ενός δημιουργού στον οποίο το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας έχει αποδώσει τιμή μέσα από αφιερώματα και παραστάσεις. Ο Χρόνης Μίσσιος είπε: «Είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις την μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, είμαστε εντάξει ρε μάγκα πάμε». Και θα μου επιτρέψετε μία προσωπική παρατήρηση. Γιατί στο τέλος, από τις πιο μικρές καθημερινές ανθρώπινες επιλογές μας, μέχρι τους θεσμούς που υπηρετούμε, αυτό που μένει πάντα είναι το όνομά μας, η πράξη μας και η ευθύνη της».














