Κάποτε, σε μία χώρα μακρινή, ζούσε ένας άρχοντας. Για σπίτι του είχε ένα παλάτι, στολισμένο με τα ωραιότερα αντικείμενα του κόσμου, με την μεγαλύτερη χλιδή. Εκείνος, κάθε μέρα ντυνόταν με διαφορετικά ρούχα. Πολύτιμα υφάσματα, πορφυρά και χρυσοποίκιλτα στόλιζαν το κορμί του. Το τραπέζι του πάντοτε στρωμένο, ήταν γεμάτο απ’ όλα τα αγαθά του κόσμου. Κι αυτός, με τους φίλους του, ευφραινόταν την κάθε μέρα. Απολάμβανε τον πλούτο του, χαιρόταν την ευδαιμονία του. Περνούσε καλά.

Στην αυλή του αρχοντικού αυτού ζούσε μία σκιά. Ένας άνθρωπος, φτωχός και δυστυχισμένος. Ανήμπορος να εργαστεί. Άρρωστος, με τρομερές πληγές στο κορμί. Με ακόμα βαθύτερες πληγές στην ψυχή. Αιμορραγούσαν οι πληγές στη σάρκα του κι ερχόταν τα σκυλιά κι έγλυφαν τις πληγές και ο πόνος γινόταν οξύτερος. Αιμορραγούσαν και οι πληγές της καρδιάς, μα κανείς δεν βρισκόταν για να τις επουλώσει. Μέσα από το αρχοντικό ακούγονταν τραγούδια και χοροί. Άνθρωποι χαρούμενοι διασκέδαζαν και απολάμβαναν κάθε αγαθό. Κι αυτός, μόνος κι έρημος, ανήμπορος, φτωχός και αδύναμος, πληγωμένος και δυστυχισμένος, λαγοκοιμόταν, τυλιγμένος στα κουρέλια του. Μέσα στην αδυναμία και την ασθένειά του, σύντομα τον συνάντησε ο θάνατος. Όμως, αυτός ο αφέντης της ζωής μας, που δεν ξέρει να κάνει διακρίσεις, σύντομα επισκέφθηκε και τον πλούσιο. Πέθαναν και οι δύο. Κοινή προοπτική ο θάνατος. Όμως, ταυτόχρονα και ανατρεπτικός.

Εκεί στον Άδη, το σκηνικό αλλάζει. Μες στον Παράδεισο, στην πιο όμορφη πλευρά του, εκεί που η ομορφιά είναι ανείπωτη, στους κόλπους του Αβραάμ και του Ισαάκ, εκεί που οι πνευματικές ευωδίες, οι αγγελικοί ύμνοι στήνουν καθημερινό πανηγύρι, εκεί που το φως είναι υπέρλαμπρο και η ευτυχία ανεκλάλητη, στο κέντρο της σκηνής, φωτοφόρος, πλημμυρισμένος από φως, χρυσοντημένος με τις ακτίνες της θείας παρουσίας, μακάριος, ο φτωχός της ιστορίας μας, χαιρόταν την κοινωνία με τους αγίους του Θεού.

Στην αντίπερα όχθη, μέσα στα σκοτάδια της κολάσεως, στην πιο φρικτή γωνιά της κόλασης, μόνος, πληγωμένος από την γέεανα του πυρός, γυμνός, ανήμπορος, διψασμένος, θρηνούσε ο άρχοντάς μας. Ο πόνος του μεγάλος. Μα πιο μεγάλη η απελπισία του. Απέναντι αντίκριζε τον φτωχό Λάζαρο μέσα στην δόξα του. Τίποτε δεν επιθυμούσε πιο πολύ, από το να δροσιστούν τα χείλη του με λίγες σταγόνες από τη δροσιά του Παραδείσου. Λίγες σταγόνες, που θα του πρόσφερε ο φτωχός Λάζαρος. Όμως, ανεκπλήρωτη μένει η επιθυμία. Μεγάλο, αγεφύρωτο το χάσμα που χωρίζει την κόλαση από τον Παράδεισο. Όσο κι αν η καρδιά του Λαζάρου φτερουγίζει για να μοιραστεί τη δροσιά του Παραδείσου με τον πλούσιο αφέντη του, αδυνατεί να καλύψει το χάσμα.

Μόνος στην κόλαση του, μένει ο πλούσιος. Και τώρα, ζητά κάτι άλλο. Τα αγαπημένα του πρόσωπα να μη βρεθούν στη δική του θέση. Όμως, γι’ αυτό μερίμνησε ήδη ο οικοδεσπότης του Παραδείσου. Έστειλε τους προφήτες και τους διδασκάλους, έστειλε τους δικαίους και τέλος, έστειλε τον ίδιο τον Υιό Του, για να μιλήσει στους ανθρώπους, για την αιώνια ζωή, για την κρίση, για την κόλαση και τον Παράδεισο και με τη Σταύρωσή Του, να νικήσει την κόλαση και με την Ανάστασή Του, να μας χαρίσει τον Παράδεισο. Από μας προσμένει να επιλέξουμε ελεύθερα πού θέλουμε να βρεθούμε, γνωρίζοντας ότι αν στην επίγεια ζωή μας, βιώνουμε τον πλούτο, την ηδονή και τις απολαύσεις, μας περιμένει η κόλαση, αν από την άλλη βιώσουμε τον καλό αγώνα και υπομείνουμε με καρτερία τις όποιες δοκιμασίες στο όνομα του άγιου Θεού, μας περιμένει ο Παράδεισος και ο φτωχός Λάζαρος για να μοιραστεί μαζί μας την αιώνια ευφροσύνη και χαρά.

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ Φ.Ν.Θ., αρχιμανδρίτης Παύλος Κίτσος


ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.