Tο «προφητικό» όνειρo του Γ. Μακρυγιάννη, λίγους μήνες πριν το κίνημα της 3ηςΣεπτ. 1843, αποτέλεσε τον «εναίσιμον οιωνόν» του τολμηρού εγχειρήματος.

Τα απομνημονεύματα των αγωνιστών του ‘21και μάλιστα όταν εκδίδονται πριν το θάνατό τους, όπως συμβαίνει με τα «Ιστορικά απομνημονεύματα της βασιλείας Όθωνος»του «εκ Λεβαδείας» υποστρ. Αντωνίου Γεωργαντά (+1884), δημοσιευμένα στο περιοδικό σύγγραμμα «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ» (Οκτ.,1881, τόμος Ε’), αποτελούν, ως έμμεση ιστορική πηγή, αξιόπιστη μαρτυρία της «συνωμοτικής» κίνησης, που σχετίζεται με την «μεγάλη μεταβολή». Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι και η επιστολογραφία σημαντικών στρατιωτικών που εμπεριέχεται σε αυτά, όπως του ναυάρχου Κων. Κανάρη, των στρατηγών Θ. Γρίβα, Ιωάν. Μακρυγιάννη και κυρίως του Ανδρέα Μεταξά, που ανέλαβε την πρωθυπουργία της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης, σκιαγραφώντας το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιοτης εποχής.

Ο Αντ. Γεωργαντάς, αγωνιστής με συνέπεια κατά τον μεγάλο ξεσηκωμό, δίνει το παρόν όχι μόνο στα πεδία των μαχών ως στρατιωτικός(υπασπιστής του Οδ. Ανδρούτσου και γραμματέας του Γ. Καραϊσκάκη), αλλά και στον πολιτικό στίβο, συμμετέχοντας στις διεργασίες των πρώτων εθνοσυνελεύσεων και αναλαμβάνοντας βασικό ρόλο στην συνταγματική συγκρότηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ως πληρεξούσιος, βουλευτής, γερουσιαστής και κατά την οθωνική περίοδο, κερδίζοντας την εκτίμηση των πρωταγωνιστών.

Με τον Δ. Ν. Καλλιφρονά, βουλευτή Αττικής και πολλάκις υπουργό, αναφέρονται ως οι πρώτοι που συλλαμβάνουν την ιδέα υλοποίησης της πολιτειακής αλλαγής, ήδη από το 1837, θεωρώντας, κατ’ αρχάς, τον Γεώργιο Κουντουριώτη ως το πρόσωπο με την «μεγάλην βαρύτητα», που θα μπορούσε να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην όλη προσπάθεια. Επίσης, αναλαμβάνουν δράση ενημέρωσης και προσεταιρισμού σημαντικών αγωνιστών ενεργώντας μεθοδικά. Κατά τον Γεωργαντά, από τους πρώτους ένθερμους αποδέκτες και υποστηρικτές ήταν ο Ανδρέας Λόντος και ο Ιωάννης Μακρυγιάννης, «μετά του οποίου είχον στενήν φιλίαν από τον καιρόν της Τουρκοκρατίας», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η επόμενη σημαντική κίνηση-πρόσκληση αφορά στον Ανδρέα Μεταξά, πρόσωπο «κλειδί» στις επερχόμενες εξελίξεις, ο οποίος, κατ’ αρχάς, «…δεν αντέκρουσεν αυτήν, αλλά τους είπεν ότι θέλει σκεφθή, επειδή το ζήτημα αυτό είναι πολύ σπουδαίον και επικίνδυνον…, διότι αμέσως συνεκροτείτο στρατιωτικόν δικαστήριον και απεφάσιζεν εις θάνατον…». Ο Γεωργαντάς αναφερόμενος σε νέα συνάντηση αργότερα στο σπίτι του Μακρυγιάννη, στην περιοχή «των στηλών του Ολυμπίου Διός», επισημαίνει για τον Μεταξά ότι: «…ευρέθη σύμφωνος και είπεν ότι παραδέχεται την ιδέαν των πληρέστατα δια την ευημερίαν της Ελλάδος…» και συνεχίζει: «…Εμείναμεν δε σύμφωνοι ότι ει μεν ο βασιλεύς Όθων δεχθή την μεταβολήν να κατορθώσωμεν να διατηρηθή αυτός εις τον θρόνον, εάν όμως και αντισταθή, τότε να επέλθη η δέουσα ένοπλος δύναμις και να φέρη το αποτέλεσμα. Επίσης, εσυμφωνήσαμεν όπως εις όλην την εργασίαν μας αυτήν να μη γράφωμεν επιστολάς, να συνεννοώμεθα δε μόνον προφορικώς… Επίσης, εμείναμεν σύμφωνοι όσοι εξ ημών των εν τη συνομωσία έχομεν σχέσεις μετά των αυλικών, των υπουργών και άλλων υπαλλήλων να εξακολουθώμεν διατηρούντες αυτάς και πολιτευόμενοι με σκοπόν να γνωρίζωμεν τι ενεργεί η κυβέρνησις…», προσδιορίζοντας ως «…ημέραν εκτελέσεως της μεταβολής την 25 Μαρτίου του 1844», ημερομηνία με θρησκευτικό (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου) και εθνικό συμβολισμό, αφού καθιερώθηκε από τον Όθωνα (1838) και ως εθνική επέτειος.

Ωστόσο, παρά την συμφωνία για τις «εν κρυπτώ» επαφές και την μυστικοπάθεια που έπρεπε να χαρακτηρίζει τις κινήσεις των «συνομωτών» για την αποφυγή «διαρροών» προς το αυλικό περιβάλλον, ο Γεωργαντάς αναφέρεται και στην προσπάθεια δημοσιοποίησης «της περί Συντάγματος ιδέας» με άρθρο του γιατρού Παναγιώτη Σοφιανόπουλου, μετόχου της επαναστατικής ιδέας, στο περιοδικόν σύγγραμμα ονόματι «Πρόοδος». Ο Σοφιανόπουλος-νεωτεριστής, επηρεασμένος από την γαλλική διανόηση-, σε φιλική στο σπίτι του συνάντηση με τον Γεωργαντά, «είπεν εμπιστευτικώς ότι στο επιόν φύλλον της «Προόδου», θα γράψη ότι κατά το 1842 θα πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα μέγα γεγονός, …παραμένων μάλιστα άκαμπτος στην απόφασή του για δημοσίευση, παρά τα δάκρυα της συζύγου του (Μαρούκα), η οποία είπε ότι: «Κύριος οίδε τι ζημίας έχει να πάθη». Πράγματι, το άρθρο δημοσιεύεται, επιβεβαιώνοντας τον χαρακτηρισμό του Γεωργαντά για τον Σοφιανόπουλο, ότι είναι ο μόνος τολμηρός άνθρωπος της εποχής ταύτης και θέλει τό πράξει. Είναι γνωστό, ότι το «αντίτιμο» της παράτολμης πράξης τού στοίχισε πολύμηνη φυλάκιση και πρόστιμο. Οι μεθοδευμένες αυτές μυστικές συναντήσεις προσεταιρισμού (στην Ρούμελη, τον Μοριά, την Εύβοια…) απέδειξαν το υψηλό αίσθημα συλλογικής ευθύνης των πρωταγωνιστών, ως ιδεολόγων αγωνιστών, που καλούνταν να συμπράξουν «για την πατρίδα και το κοινό καλό», παραμερίζοντας εγωισμούς, ιδιοτέλεια και προσωπικές διαφορές. Χαρακτηριστική η περίπτωση με τον στρατηγό Νικ. Κριεζώτη.

Ο Γεωργαντάς περιγράφει την προσπάθεια του να τον πλησιάσει και να κερδίσει την σύμπραξή του, παρά την μεταξύ τους «δυσαρέσκειαν δι’ ιδιωτικάς υποθέσεις», η οποία τους οδήγησε μάλιστα «εις τα δικαστήρια». Η ανταπόκριση του Κριεζώτη δικαιολογεί τον χαρακτήρα του αγωνιστή με το αγνό πατριωτικό φρόνημα. Αναφέρει ο Γεωργαντάς για την συνάντησή τους στην Χαλκίδα: «…Εγώ δε κατά την συνήθειαν αμέσως τον ενηγκαλίσθην και εφιλήθημεν αμφότεροι λησμονήσαντες τας διενέξεις. Την ιδίαν ημέραν αμέσως μετά μεσημβρίαν υπήγα εις την οικίαν του Κριεζώτη και του ανταπέδωκα την επίσκεψιν’ παραλαβών δε τούτον εις ιδιαίτερον δωμάτιον, τον παρεκάλεσα να εκβάλη το φυλακτήριον με τίμιον ξύλον το οποίον εσυνείθιζε να φέρη εις το στήθός του όπερ και έπραξεν. Τότε του είπα ότι πρόκειται περί πατρίδος γνωρίζων ποίας αρχάς επρέσβευεν ο Κριεζώτης. Άμα δε του εξηγήθην την υπόθεσιν μετά μεγίστης ευχαριστήσεως εδέχθη και υπεσχέθη με ένθερμον ζήλον να ενεργήση εν καιρώ τα δέοντα μέχρι και της τελευταίας ρανίδος του αίματός του…».

Μετά την εκδήλωση και επικράτηση του κινήματος της 3ης Σεπτ. 1843 (ημερομηνία που προτάθηκε από τον Μακρυγιάννη, λόγω ωριμότητας των περιστάσεων), η άμεση προτεραιότητα στο πλαίσιο των πολιτικών εξελίξεων, ήταν η συγκρότηση επαναστατικής κυβέρνησης: «…το προταθέν προς τον Όθωνα επαναστατικόν υπουργείον από το συμβούλιον της επικρατείας και μετά βίας γενόμενον δεκτόν, συνεκροτήθη από τα τρία διηρημένα κόμματα, δηλ. το Γαλλικόν, το Αγγλικόν και το Ρωσικόν, τα οποία ωνομάζοντο τότε το μεν πρώτον μοσχομαγγιτικόν, το δεύτερον μπαρλέϊκον και το τρίτον ναπέϊκον…». Ο Ανδρέας Μεταξάς ,ως προσωρινός πρωθυπουργός του επαναστατικού υπουργείου, στην μακροσκελήεπιστολή του προς τον Γεωργαντά, που τον χαρακτηρίζει «αδελφό» ένδειξη του πνεύματος αλληλεγγύης και πατριωτισμού, που διέκρινε τις σχέσεις των πρωτεργατώνεπισημαίνει τους δύο βασικούς στόχους της μεταβατικής κυβέρνησης: «…Η διπλή και κύρια εντολή του υπουργείου είναι η διατήρησις της κοινής ησυχίας και η συγκρότησις της εθνικής συνελεύσεως» (επιστολή Ανδρέα Μεταξά, 9 Σεπτεμβρίου 1843). Έτσι, η διασφάλιση της ηρεμίας για την διενέργεια εκλογών, συγκρότηση εθνικής συνέλευσης και ψήφιση συντάγματος αποτελούσε την βασική προτεραιότητα και ανησυχία του Ανδρ. Μεταξά και της προσωρινής κυβέρνησης. Διαφωτιστικά είναι ορισμένα σημεία στην επιστολή του, που αναφέρονται σε φαινόμενα κοινωνικής αστάθειας σε περίοδο κοινωνικοπολιτικών μεταβολών, όπως η συγκεκριμένη, σκιαγραφώντας χαρακτηριστικά «παθογένειας» του νεοσύστατου ελληνικού κράτους με φαινόμενα ιδιοτέλειας και ικανοποίησης προσωπικών συμφερόντων που βλάπτουν, κατά τον Μεταξά, την προσπάθεια επίτευξης του κοινού στόχου.

Ειδικότερα, κάνει αναφορά στις κακόβουλες προθέσεις, ραδιουργίες και ψευδείς ειδήσεις σχετικά με την λειτουργία της προσωρινής κυβέρνησης και «στην αδυναμία της λόγω κομματικής διαίρεσης» -όπως διαδιδόταν- αποκαλύπτοντας την συμπεριφορά ορισμένων κύκλων, ή μεμονωμένων ατόμων, που από εκδικητική διάθεση προς τους αντιπάλους τους επιδίδονταν στο «συκοφαντείν», με διασπορά «….ανοήτων και κακοβούλων σπερμολογιών». Αναφέρει χαρακτηριστικά: «... είναι κατά δυστυχίαν και τινες αν και ολίγοι οι οποίοι, ή δυσανασχετούν, διότι βλέπουν άλλους παρά τον εαυτόν τους συντελεστικωτέρους εις τούτον το καλόν, ή δεν έχουν νουν να κρίνουν την δεινότητα των περιστάσεων, ή έχουν κακίαν δια να νομίζουν ότι ευρίσκουν τα συμφέροντά τους εις την μετατροπήν του υπάρχοντος συστήματος και εις την γενικήν ταραχήν. Ούτοι οι κακόμοιροι άνθρωποι, ή ωφελούνται από τας αφορμάς τας οποίας σκαλίζουν είς τινας προσωπικούς διορισμούς, οι οποίοι και ακαταλλήλως αν έγειναν ένεκα της συγχύσεως των πρώτων στιγμών της μεταβολής, δεν ημπορούν να έχουν ειμή αποτελέσματα όλως προσωρινά και ουχί ποτέ ικανά να βλάψουν, ή να ανατρέψουν τον εθνικόν σκοπόν της Γ’ Σεπτεμβρίου, ή πλάττουν και εφευρίσκουν όλως ανυπάρκτους άλλης φύσεως αθλίας αφορμάς και εκεί όπου ίχνος τοιούτον δεν υπήρξε και μηχανεύονται και ελπίζουν ότι με σπερμολογίας τοιαύτας, θα κατορθώσουν να φέρωσι σύγχυσιν ιδεών, να ερεθήσωσι πάθη και ενσπείρωσι υπονοίας και ούτω να κερδίσωσι, τι; Και αυτοί καλά καλά δεν γνωρίζουν. Πλην το βέβαιον είναι ότι αν ήτο δυνατόν η ενέργειά των  να επιτύχη δεν ήθελον άλλο τι κερδίση ειμή εν μέσω μιας κατά το μάλλον, ή ήττον, επικινδύνου αναρχίας την τελείαν ιδικήν των καταστροφήν και το αιώνιόν των όνειδος…».

Στο σημείο αυτό, έχει ενδιαφέρον ανάλογο σχόλιο του Γεωργαντά στην εισαγωγική παράγραφο των απομνημονευμάτων του, όπου επισημαίνει το φαινόμενο «του συκοφαντείν», ως συνακόλουθο της έκρυθμης κατάστασης που δεν άργησε να φανεί αμέσως μετά την αφίξη του Όθωνος, που ενώ η είδηση της αφίξεως «…ενεποίησε μεγάλην χαράν και παρέσχεν ελπίδας προς τους Έλληνες…», ωστόσο «τα έργα αμέσως εφάνησαν αποτρόπαια», εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας και της δυσαρέσκειας που άρχισε να εκδηλώνεται έντονα και με «την κατάργησιν όλων των στρατιωτικών σωμάτων της Ελλάδος»: «…οι δε αξιωματικοί των σωμάτων ήσαν άνευ πόρου ζωής και εν συνομιλίαις μετ’ εμού έκλαιον την τύχην τους, αλλ’ ουδέποτε εστοχάσθησαν να παρανομήσωσιν, ή να ενεργήσωσι το παραμικρόν κατά της τότε αντιβασιλείας», αναφέρει ο Γεωργαντάς. Η αντίδραση της αντιβασιλείας στα αιτήματά τους ήταν οι συλλήψεις, οι ανακρίσεις, οι κρατήσεις, οι φυλακίσεις. Ωστόσο, για κάποιους ήταν «η κατάλληλος περίστασις δια να εκδικηθώσι τους αντιπάλους τους» και συμπληρώνει ο Γεωργαντάς: «…κατά τον αείμνηστον κυβερνήτην Ιωάννην Καποδίστριαν, οι Έλληνες είναι πολύ επιτήδειοι εις το συκοφαντείν, ως προς τούτο δε δεν μεταχειρίζονται μέσα απ’ ευθείας, αλλά εις αρχήν αρχίζουν από πλαγίους υπαινιγμούς και ακολούθως καταντούν εις τον προκείμενον σκοπόν, με τοιούτον τρόπον, ώστε πας τις πείθεται ότι η συκοφαντία είναι βεβαία, ενώ ούτε ίχνος υφίσταται».

Με αφορμή τις σχετικές αναφορές, αλήθεια πόσο μπορεί να είναι διαφωτιστικό το βιβλίο του Απόστ. Βακαλόπουλου, «Ο χαρακτήρας των Ελλήνων, ανιχνεύοντας την εθνική μας ταυτότητα» (Θεσ/νίκη 1983), που σκιαγραφεί την ταυτότητά μας, το προφίλ μας μέσα από ντοκουμέντα που πιστοποιούν διαχρονικά την ιστορική μας συνέχεια ως προς τα προτερήματα και αδυναμίες μας απ’ την ματιά τρίτων (π.χ. κατακτητών, περιηγητών, διπλωματών, στρατιωτικών, πολιτικών, ιστορικών), αποτελώντας ίσως το καλύτερο μάθημα αυτογνωσίας και απόρριψης της τυχόν υπερβολής στην αυτοεκτίμησή μας;

Επανερχόμενοι στην επιστολή του Ανδρ. Μεταξά, ο επιστολογράφος της δεν παραλείπει να αναφερθεί σε περιπτώσεις στρατιωτικών, όπως του (γενναίου) Κολοκοτρώνη, ο οποίος πιστός στον Όθωνα, όπως και ο πατέρας του, Θ. Κολοκοτρώνης, «δεν είχεν εκτιμήσει πρεπόντως την φύσιν και το μέγεθος της εθνικής μεταβολής και επομένως ήτον απατημένος από εισηγήσεις άλλων, παρασυρόμενος από άγνοιαν νεανικήν και απειρίαν, έδιδεν αφορμάς δυσαρέστων υπονοιών κατ’ αυτού και υπελαμβάνετο αν και κατά μέγα μέρος αδίκως, ως πρόσκομμα τρόπον τινά εις την μεταξύ του έθνους και του θρόνου συνδιαλλαγήν». Έτσι,οΜεταξάς δικαιολογεί την ομόφωνη απόφαση του υπουργείου για την απομάκρυνσίν του Κολοκοτρώνη από την κοινή προσπάθεια, «…ουχί ως τιμωρία πράξεως αληθώς εγκληματικής, αλλ’ ως μέτρον συντείνον εις τας παρούσας περιστάσεις προς εξασφάλισην της κοινής ησυχίας και της μελλούσης υπολήψεως αυτού του ιδίου Κολοκοτρώνη».

Στην συνέχεια της επιστολής του, αφού αναφέρει ονομαστικά σημαντικούς στρατιωτικούς που με σύνεσιν και πατριωτισμόν συμπράτουν στην επίτευξη του σκοπού που δεν ήταν άλλος από το «να παγιωθή το οριστικόν σύνταγμα της Ελλάδος και ο συνταγματικός θρόνος του Όθωνος», καταλήγει για τον ρόλο του κινήματος, τονίζοντας τον υπερκομματικό, τον εθνικό και κατ’ επέκταση ενωτικό τουχαρακτήραμε την φράση: «… όθεν το κίνημα δεν ήτο ούτε Ρωσικόν, ούτε Αγγλικόν, ούτε Γαλλικόν, αλλ’ απλώς Ελληνικόν». Από τον ίδιο ενωτικό τόνο διακατέχονται και οιεπιστολές των Κωνστ. Κανάρη, Θ. Γρίβα και κυρίως του Ιωάν. Μακρυγιάννη, που αποκαλεί τον Γεωργαντά «αδελφό και φίλο».

Ο Γεωργαντάς καταγράφοντας τα γεγονότα κατά την συγκεκριμένη ημέρα της 3ης Σεπτεμ., αναφέρεται στο διάστημα κατά το οποίο «οι πολίται και ο στρατός ευρίσκοντο κάτωθεν των ανακτόρων, όπου πλήρης διετηρήθη τάξις και δεν συνέβη καμμία αταξία εκτός της παρεγνωρίσεως του Ιωάννου Μεσσηνέζη». Ο Γεωργαντάς κάνει απλή αναφορά στο επεισόδιο της παρεγνωρίσεως του Ιωάννου Μεσσηνέζη, που εκείνη την μέρα επανέκαμψε στην Αθήνα από την Ευρώπη, «…όπου είχε τελειώσει τας σπουδάς του» και τον οποίον «…το κάτωθεν των ανακτόρων πλήθος τον εξέλαβεν δια τον Κ. Προβελέγγιον τον οποίον απεχθάνοντο ως αυλικόν και σύμβουλον του Όθωνος», δικαιολογώντας γενικότερα το χωρίς εντάσεις κλίμα» κατά την υποβολή των προτάσεων των επαναστατών στον Όθωνα. Ωστόσο, το έργο της επαναστατικής κυβέρνησης, αφότου ανέλαβε, δεν ολοκληρώθηκε χωρίς κλυδωνισμούς.

Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι: «μετά τας εκλογάς των πληρεξουσίων, η συνέλευσις συνήλθεν εις Αθήνας και το σώμα συνεκροτήθη εξ όλων των αποχρώσεων του τόπου, εξελέχθησαν δε και οι δύο πρέσβεις ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης. Αι εργασίαι της συνελεύσεως ήρχισαν με πολλήν σύμπνοιαν αλλά δεν παρήλθε πολύς καιρός και αμέσως εφάνη πνεύμα διαιρετικόν, αλλά και εναντίον κατά των διενεργησάντων την μεταβολήν». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την παραίτηση του Μεταξά και του υπουργού της παιδείας Σχινά, οι δε αντιφρονούντες σε συνεννόηση με το βασιλικό περιβάλλον υποσχόταν πλεονεκτήματα και προνόμια που προέβλεπε η συνέλευση προς τους τριτο-σεπτεμβριανούς, προκαλώντας τριγμούς και στροφή πολλών προς το φιλοβασιλικό μέρος, όπως του Καλλέργη, αποδυναμώνοντας την κυβέρνηση και επιτρέποντας στον βασιλέα με υπόμνημα να παρεμβαίνει, απαιτώντας πολλές μεταρρυθμίσεις μετά την αποπεράτωση των εργασιών για το Σύνταγμα.

«…Προ της έκρυθμης αυτής κατάστασης, οι τριτοσεπτεμβριανοί αισθανόμενοι την ζημίαν η οποία θα γίνει εις το έθνος, συνήλθον άπαντες εις την κατοικίαν του Ρήγα Παλαμήδη. Μεταξύ δε αυτών, ο Ανδρ. Μεταξάς και ο Θ. Γρίβας. Μετά μακράν σύσκεψιν απεφάσισαν να γνωστοποιήσωσιν εις την πλειοψηφίαν της συνελεύσεως, ότι αν γίνη δεκτόν το υπόμνημα του βασλέως Όθωνος, άπαντες ούτοι συμποσούμενοι εις ογδοήντα πέντε περίπου θα αποχωρήσωσιν από την συνέλευσιν και θα μεταβώσιν εις την Κόρινθον, ή Μεγαρίδα… και εκείθεν θα προσκαλέσωσι το έθνος να συγκροτηθή άλλη εθνική συνέλευσις, διότι η πλειονοψηφία της νυν εφαίνετο προδοτική εις τα εθνικά συμφέροντα» καιεπιπρόσθετα ο Γεωργαντάς αναφέρει: «….προεκήρυξαν την ιδέαν της αποχωρήσεως μόνον προς εκφόβισιν όπερ και κατωρθώθη».

Αποτέλεσμα της σθεναρής στάσης των τριτοσεπτεμβριανών ήταν, να συζητηθεί σε μυστική συνεδρίαση της Συνελεύσεως και να μηδενισθεί σχεδόν όλο το υπόμνημα, δίνοντας τέλος στην μοναρχική παρέμβαση και τις εργασίες της Συνέλευσης. Έτσι, καταγράφεται στο πρώτο μέρος των απομνημονευμάτων του Γεωργαντά -τα οποία επιμελήθηκε ο Γιάννης Βλαχογιάννης- η παγίωση της συνταγματικής επιταγής από τους τριτοσεπτεμβριανούς, συμβάλλοντας στην καθιέρωση του μοντέλου της συνταγματικής βασιλείας, τολμηρό βήμα πολιτικής εξέλιξης για τα μοναρχικά δεδομένα της Ευρώπης.


ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.