Ο βλαμμένος

0

Έτυχε τώρα ο Γιώργος από ένα χωριό της Δράμας να βρεθεί στην Θάσο, επακόλουθο της μοίρας του, μετά από έναν άτυχο γάμο στην Αμερική γύρισε στην Πατρίδα μαζί με τον γιό του, που σπούδαζε φιλοσοφία στο Χάρβαρντ.

Ο γιός του, που στην Αμερική τον φώναζαν Μάικελ, ήρθε με τον πατέρα του για διακοπές να δει την Ελλάδα και περισσότερο να γνωρίσει την σύντροφο

του πατέρα του, αφού είχε αποφασιστεί από πριν, ότι θα ζούσε ο πατέρας του με την πρώτη του αγάπη στην Σκάλα Καλλιράχης της Θάσου.

Ο Μιχάλης, όπως τον βάφτισε ο πατέρας του, το όνομα του πατέρα του, που στην Αμερική τον φώναζαν Μάικελ, από φυσικού του ήταν χαρούμενος πάντα

και γελαστός, γι’ αυτό όταν μια μέρα πήγε στο καφενείο να δεί τον πατέρα του που έπαιζε τάβλι και όπως τον είδε έτσι χαρούμενο, ο Γιάννης ο καφετζής τον βάφτισε ο Βλαμμένος.

Έτσι του έμεινε το παρατσούκλι του Μάικελ και καθόλου δεν θύμωσε, μετά που του εξήγησαν τι σήμαινε αυτή η λέξη.

Απλώς στωικά είπε ο καθένας που εκφράζει μια λέξη, δείχνει το επίπεδο της μόρφωσής του.

Και δεν κράτησε κακία στον Γιάννη, απλώς δέχτηκε να τον φωνάζουν όλοι στο χωριό ο Βλαμμένος.

Στο χωριό πέρναγε τις μέρες του περπατώντας στα βουνά και στα λαγκάδια και πολλές φορές στην ακρογιαλιά να μιλάει με τον εαυτό του.

Και τα βράδια μελετούσε τα βιβλία που είχε φέρει από την Αμερική.

Ήταν η τελευταία βδομάδα πρίν αναχωρήσει για την Αμερική και κείνη την Κυριακή, έκανε φουρτούνα και τα κύματα ξέσπαγαν στα βράχια, ήταν η ιδανική μέρα

για τον Μάικελ να κάθεται στα βράχια και να χαζεύει την θάλασσα και να τον ραντίζει με αρμυρό νερό το κύμα.

Ψυχή δεν φαινόταν πουθενά και κανένα πλεούμενο στον ορίζοντα. Όλοι είχαν λουφάξει στα σπίτια τους και μερικοί άναβαν και τα τζάκια τους, που το καταλάβαινες από την μυρωδιά στον αέρα.

Όπως ήταν καθισμένος ανάμεσα σε δυό βράχια, παρατήρησε ανάμεσα στα κύματα έναν άνθρωπο να αγωνίζεται απεγνωσμένα να πιαστεί από τα βράχια, αλλά τα κύματά τον εμπόδιζαν και κάθε τόσο τον τράβαγαν πίσω και άντε πάλι από την αρχή να γαντζωθεί σε έναν βράχο.

Όπως ήταν κατέβηκε πιο χαμηλά και άδραξε τον άνθρωπο από τα μαλλιά και τον έσυρε λίγο πάνω από τα κύματα και τον σκέπασε με το βρεγμένο σακάκι του.

Είχε γύρο από τον λαιμό του το λάστιχο της μάσκας, αλλά η μάσκα έλειπε και δεν ήταν σε θέση να αρθρώσει ούτε μία λέξη από την κούραση, για να εξηγήσει τι του συνέβη.

Αφού συνήλθε λίγο και προσανατολίσθηκε που βρίσκεται, εξήγησε στον Μάικελ, ότι με τέτοιον καιρό έβγαζε ρουφούς από την θάλασσα κάτω στις σπηλιές, αλλά για κάποιον λόγο, έσπασε η μάσκα του, ίσως από τον βράχο που τράκαρε λόγω των ρευμάτων και είδε και έπαθε να βγεί στην επιφάνεια, αλλά πάλι δυσκολεύτηκε πολύ μέχρι να φτάσει εδώ στα βράχια, λόγω της θαλασσοταραχής που τον περιμάζεψε ο Μάικελ.

Θέλησε να τον ευχαριστήσει, αλλά δεν ήξερε το όνομά του και για μια στιγμή κόμπιασε, αλλά ο Μάικελ το αντιλήφθηκε και του είπε, πέστο ο Βλαμμένος, διότι με τέτοιον καιρό, ποιος λογικός θα καθόταν στα βράχια να ραντίζεται από το αρμυρό νερό.

Μόνο ένας βλαμμένος θα καθόταν στα βράχια να μαλώνει τα κύματα, να μη του διακόψουν στους συλλογισμούς του.

Δεν πειράζει, δεν με στενοχωρεί καθόλου, όπως και να με φωνάξεις, φτάνει που σώθηκες, αυτό έχει σημασία.

Γιατί αν με λέγανε Γιάννη και πνιγόσουν θα ήταν καλλίτερα;

Ας το, μην το σκέπτεσαι, θα πάω μια στιγμή στο καφενείο να τηλεφωνήσω στο κέντρο υγείας να στείλουν κάνα ασθενοφόρο, διότι χρειάζεσαι ιατρική βοήθεια.

Κάθισε εδώ στα βράχια, θα σου φέρω λίγο νερό, να συνέλθεις, ωστόσο θα έρθει το ασθενοφόρο.

Έτρεξε ο Μάικελ στο καφενείο, χωρίς να ξέρει, ότι το παλικάρι εκείνο στην ακρογιαλιά ήταν ο γιός του καφετζή.

Έφτασε λαχανιασμένος στο καφενείο, που δεν υπήρχε ψυχή και είπε στον καφετζή να πάρει τηλέφωνο το κέντρο υγείας να στείλουν ένα ασθενοφόρο, διότι ένα παλικάρι στην παραλία κοντεύει να πάθει υποθερμία και είναι βαριά τραυματισμένος.

Πράγματι πήρε τηλέφωνο ο καφετζής με βαριά καρδιά και εξήγησε, ότι στα βράχια κοντά στην Σκάλα Καλλιράχης, ένας νεαρός τραυματίσθηκε βαριά και είπε στον Μάικελ με πονηρό ύφος, ποιος ξέρει τι βλάκας θα ήταν και αυτός σαν του λόγου σου να βρεθεί εκεί με τέτοιον καιρό.

Δεν ξέρω του είπε ο Μάικελ, δεν το γνωρίζω το παιδί και ούτε νομίζω να είναι από δω, διότι δεν τον έχω ξαναδεί, αν και φαίνεται, ότι αυτός με γνώριζε, διότι με προσφώνησε με το παρατσούκλι μου.

Λίγο κοκκίνισε ο καφετζής, από ντροπή αλλά έκανε τον ζόρικο να δώσει ένα μπουκάλι νερό στον Μαίκελ να το πάει στο παιδί επειδή ο Μάικελ. δεν είχε λεφτά επάνω του, επειδή άφησε το σακάκι του στο παιδί.

Τέλος με ραθυμία του έδωσε το μπουκάλι και αφού τον έβγαλε έξω τον Μάικελ κλείδωσε το μαγαζί και πήγε στο σπίτι του.

Την άλλη μέρα μαθεύτηκε στο χωριό, ότι ο γιός του καφετζή κόντεψε να πνιγεί και ότι τον έσωσε ο Βλαμμένος.

Όταν το έμαθε ο καφετζής, δεν είχε μούτρα να αντικρίσει τον Μάικελ και ο γιός του αισθανόταν πολύ υποχρεωμένος απέναντι στον Μάικελ και του είπε, του χρόνου, αν ερχόταν ξανά στην Ελλάδα θα του έφτιαχνε ένα μεγάλο τραπέζι.

Να είσαι καλά του είπε ο Μάικελ, όταν θα έρθω θα έχω τελειώσει και τις σπουδές μου και θα είμαι Βλαμμένος με πτυχίο.

Μόνο μη ξεχάσεις να πληρώσεις ένα μπουκάλι νερό στον πατέρα σου, διότι το μπουκάλι το νερό που σου έφερα το χρωστώ, διότι τα λεφτά μου τα είχα στο σακάκι που το άφησα για να σκεπαστείς και δεν το πλήρωσα.

Εξήγησε το παλικάρι στον πατέρα του, ότι άμα δεν ήταν ο αμερικάνος να τον σώσει σίγουρα θα είχε πνιγεί και μονολόγησε, άραγε ποιος βλάκας τον αποκάλεσε Βλαμμένο;.

Άχνα δεν έβγαλε ο καφετζής.


ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.