Μια παράσταση, ένα τραγούδι. Οι Τρωάδες του Ευριπίδη από την «5η Εποχή»

0

Πέρυσι λατρέψαμε την παράσταση «Ποιος τη ζωή μου…» που έστησε ο Θέμης Μουμουλίδης με μαεστρία, με γνώση και περίσσια αγάπη για τον μεγάλο Μίκη Θεοδωράκη. Και το γράψαμε όλοι οι δημοσιολογούντες και το είπανε όλοι όσοι πρόλαβαν να το δουν, να το ζήσουν. Το σπουδαίο επίτευγμα. Επευφημήσαμε σκηνοθέτη και λοιπούς συντελεστές, γιατί το αξίζανε. Έναν χρόνο μετά, μας κέρασε η «5η εποχή» και ο Θέμης Μουμουλίδης στον ίδιο χώρο, το αρχαίο θέατρο Φιλίππων, ένα ποτήρι μετριότητα με συνοδεία ενός νόστιμου έντεχνου τραγουδιού, λίγο ξεκάρφωτο στο όλο «πόνημα», αλλά όμορφο. Αυτές οι «Τρωάδες» δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια παράσταση «αστέρων», όπως συνηθίσαμε να λέμε τις φίρμες που σεργιανάνε τη χώρα με το μυαλό στο ταμείο «εις το όνομα της θεατρικής τέχνης», την οποία υπηρετεί ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης εδώ και χρόνια, τις περισσότερες φορές, με συνέπεια και ήθος.

Αυτή η συνταγή- πρέπει να το πω -είναι πλέον τόσο φθαρμένη, ώστε εντυπωσιάζει αρνητικά. Δυστυχώς, κατόπιν εορτής. Διότι και εισιτήρια κόπηκαν και κόσμος έτρεξε να δει και ν’ ακούσει τα «μεγάλα» ονόματα ή αν θέλετε, τα «γνωστά» ονόματα. Έτσι, λοιπόν, το «μαζεύουμε πέντε-έξι φίρμες, αρπάζουμε μια τραγωδία με την ετικέτα «αντιπολεμικό έργο» που το θέλει η εποχή και τρέχουμε στις πιάτσες να πουλήσουμε τέχνη» μόνο βαρυστομαχιά φέρνει.

Διάβασα στο πρόγραμμα: «Ένα διαχρονικό αντιπολεμικό έργο αποτελούν οι Τρωάδες, γι’ αυτό ίσως είναι και η περισσότερο δημοφιλής από τις σωζόμενες τραγωδίες του Ευριπίδη. Ένα κείμενο μέσα από το οποίο ο αρχαίος τραγικός ασκούσε οξύτατη κριτική στην πολιτική στάση της πατρίδας του, της Αθήνας. Στις Τρωάδες ο Ευριπίδης παρουσιάζει την ιστορία από την πλευρά των «ηττημένων», που όμως δε ζήτησαν την αναμέτρηση. Γι’ αυτό, ο πόνος τους παίρνει οικουμενικές διαστάσεις. Και ο θρήνος των γυναικών επισημαίνει την ανθρώπινη ανεπάρκεια, την ύβρι. Ακριβώς γι’ αυτό η σκηνοθεσία του Θέμη Μουμουλίδη, στην παράσταση της τραγωδίας του Ευριπίδη που παρουσιάζει η "5η Εποχή Τέχνης" σε συνεργασία με το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας, επιχειρεί μια σύγχρονη ανάγνωση, μια μεταφορά στο παγκόσμιο «σήμερα», στις συνέπειες των πολέμων, της οικονομικής κρίσης και των απολυταρχικών καθεστώτων: Πόλεμος, μετανάστευση, κρίση της κοινωνίας, της οικονομίας και της δημοκρατίας αποτελούν, άλλωστε, μια διαχρονική αλυσίδα αιτίων και αιτιατών».

Έτσι τα ήθελε ο Ευριπίδης. Το αποτέλεσμα που εμείς είδαμε στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων, ήταν πολύ μακριά από τα λόγια του προγράμματος. Ήταν αναμασήματα άλλων παραστάσεων. Δίκην φυλακής, κάγκελα πολλαπλώς χρησιμοποιηθέντα από σκηνοθέτες, στρατιωτικά κατάλοιπα εδώ κι εκεί, χιλιοειδωμένα κοστούμια, βερμπαλιστικές ερμηνείες, κακή διανομή. Άστοχη επιλογή ο Άρης Λεμπεσόπουλος να ερμηνεύσει-τρόπος του λέγειν- τον Μενέλαο εκτός από τον Ποσειδώνα , ατύχησε η Ιωάννα Παππά να μην πείσει ως Κασσάνδρα, έτσι όπως διδάχθηκε να ερμηνεύσει, ακίνητη ,μια γυναίκα-αερικό, μια δαιμόνια υπερφυσική οντότητα, μια Μαινάδα που διαρκώς βακχευόταν, ενώ διαθέτει στιβαρή φωνή , ταλέντο κι εξαιρετική σκηνική παρουσία.

Η σπουδαία Φιλαρέτη Κομνηνού έπλασε την πιο αταίριαστη Εκάβη με το κείμενο του Ευριπίδη, που είδα ποτέ. Από περήφανη κι αγέρωχη Βασίλισσα έγινε μια κακομοίρα, μια γυναικούλα της μάζας , ένα ερπετό που διαρκώς σέρνονταν στη γη. Δεν κατάλαβα γιατί περπατούσε από την αρχή σα μεθυσμένη ούτε γιατί έπεσε η αυλαία με την Άνασσα, ένα κουβάρι στο έδαφος. Ξεχωρίζω τον συγκινητικό θρήνο της πάνω στην ασπίδα με τον νεκρό Αστυάνακτα. Ως Εκάβη χρησιμοποιεί τη γλώσσα που παραδοσιακά θεωρείται ηρωική, ωστόσο τη μετατρέπει , μάλλον από ένστικτο εδώ, σε γλώσσα γυναικείου θρήνου. Αντί να απονείμει υστεροφημία σε έναν μεγάλο πολεμιστή εξυμνώντας τους άθλους του, οδηγείται σταδιακά προς την υπέρβαση των καθιερωμένων ορίων, υιοθετώντας τον ρόλο της μητέρας .

Ο Αγγελιοφόρος του Στέλιου Μάϊνα, μια σχεδόν απαρατήρητη φιγούρα. Η δε ωραία Ελένη της Ζέτας Δούκα ,θαρρείς αθλήτρια συγχρονισμένης κολύμβησης. Με επιτηδευμένη στάση και ομιλία, με ψεύτικη έπαρση, σαν άδειο χρυσοστόλιστο κουτί. Ευτυχώς που οι κοπέλες του χορού, είχαν μέτρο, αρμονία στις κινήσεις, ωραίες φωνές, δεμένο σύνολο, ευτυχώς που η μουσική και το τραγούδι «σαν άνεμος» του Θύμιου Παπαδόπουλου, έκοψαν τα πολλά χασμουρητά .

Με την τελευταία σκηνή, τις γυναίκες με τις βαλίτσες στη σειρά να δημιουργούν εικαστικό ενδιαφέρον, έπεσαν και τα χειροκροτήματα του κοινού. Χειροκρότησα, βεβαίως, με θέρμη. Κουράστηκαν οι ηθοποιοί κι οι φωτιστές σαν καλοί εργάτες του θεάτρου. Αλλά τα φώτα επίτηδες δεν άναβαν, μέχρι να επιτευχθεί ο εκβιασμός του χειροκροτήματος στη δεύτερη και τρίτη εμφάνιση των ηθοποιών. Ας είναι. Μια εμπειρία κι αυτή η παράσταση. Έπειτα, ο καθένας έχει δικαίωμα και νʼ αποτύχει.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.