Ένας βραβευμένος «κατάδικος» στο Κάστρο!

0

Ήρθε για δυο μέρες, έμεινε τρεις, γιατί στην πρώτη έγινε μούσκεμα και δεν έπαιξε, γέμισε το Φρούριο ασφυκτικά, διασκέδασε τον κόσμο, τον συγκίνησε, πιθανώς και να προβλημάτισε μετρικούς, το σίγουρο, όμως, αγαπήθηκε. Θα μπορούσε να είχε γεμίσει το υπαίθριο θέατρο όσες μέρες ήθελε. Ο «κατάδικός μου».

Η Ελένη Ράντου με τη Σάρα Γανωτή και τον Νίκο Σταυρακούδη έγραψαν ένα θεατρικό έργο. Tο 2012 βραβεύτηκε με το βραβείο «Κάρολος Κουν» κι έκτοτε παίζεται με τεράστια επιτυχία σε όλη τη χώρα.

Στην πόλη μας παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του 57ου Φεστιβάλ Φιλίππων σε δύο παραστάσεις και κέρδισε εντυπώσεις, χειροκροτήματα και χρήματα. Δικαίως.

Κατ’ αρχάς, το κείμενο μέσα στην υπερβολή του, στο προφανές και το προβλέψιμο, στο αφελές και το ελαφρύ, είχε μεστές περιόδους με υπονοούμενα, υπαινιγμούς και σύμβολα, όλα εκείνα τα σοβαρά που λατρεύω να βλέπω σε παραστάσεις και να αποκωδικοποιώ τη στιγμή της θέασης αλλά και αργότερα, όταν έχει κουρνιάσει το λαμπερό και το ξεφτίδι, όταν έχουν αλλοιωθεί τα χάχανα και τα λάχανα (λέγε μας γαμοσταυρίδια), όταν η επιφάνεια αποχωρήσει και επιτρέψει να αναδυθεί από το βάθος της ψυχής το κέρδος ή οι ζημίες.

Επρόκειτο για μια ιστορία, όπου ένας αλλοδαπός διαρρήκτης, μια φιλόλογος σε πένθος, ένας ηλικιωμένος καθηγητής ιστορίας με Αλτσχάιμερ κι ένας φρεσκοδιαζευγμένος βαλκανιονίκης, προσπάθησαν για δύο γεμάτες ώρες να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, να ακουμπήσουν και να εμπιστευθούν και εν τέλει να αντιμετωπίσουν ό,τι τους έκανε να φοβούνται, με φόντο την Ελλάδα του σήμερα.

Σκηνοθέτησε ο Γιώργος Παλούμπης. Δεν έχω ξαναδεί δουλειά του αλλά ο άνθρωπος διαθέτει φαντασία, μαστοριά στο χτίσιμο της παράστασης, όχι όμως δύναμη και πειθώ για να απεγκλωβίζει το πόνημά του από την ετικέτα «κωμωδία» και τις διαστάσεις που δίνει αυτή σε ένα έργο. Εκτός, αν το ζητούμενο ήταν ακριβώς αυτό. Κωμωδία, οπωσδήποτε, με λίγες μελοδραματικές δόσεις, πολλές υπερβολές και εξασφαλισμένη πελατεία.

Παρʼ όλα αυτά, εγώ βρήκα σημεία άξια θαυμασμού, όπως τους γρήγορους ρυθμούς σε όλη την παράσταση, τα χαριτωμένα κι έξυπνα λογοπαίγνια με τον «Κανέναν», το άλφα στερητικό, το «άπατρις» και την «άπαρτη»,τον χειρισμό της σκηνής με το φεγγάρι και την ταύτιση τού παλιού με το καινούργιο, για διαφορετικούς λόγους το καθένα, τη σκηνή, όπου πίσω από τα κάγκελα το «λίγο» αρσενικό και πρώην σύζυγος μυξοκλαίει στην μεγάθυμη πρώην σύζυγο, λέγοντάς της «είμαι ο κατάδικός σου» κι εκείνη συμφωνεί, αλλά και το φινάλε με το «αμερικάνικο» κλισέ της εκπυρσοκρότησης του όπλου επάνω στο υστερικό ψυχοπαθολογικό ξέσπασμα του ζευγαριού, όπου έρχεται η κορύφωση και η σβέση της έκρηξης με τον θάνατο του πιο ευαίσθητου μέλους. Ευτυχώς , αυτοστιγμεί ακύρωσε το σύνηθες η ιδέα της σκυτάλης, όταν ο πρώην «αποδιοπομπαίος» αλλοδαπός ξεστόμισε τη φράση «εδώ με αγκάλιασαν, γι αυτό και ξέρουν οι άνθρωποι νʼ αγαπούν».

Οι ηθοποιοί της παράστασης ξέρουν να παίζουν, αλλά εγκαταλείφθηκαν από τον σκηνοθέτη στις δυνάμεις τους. Ο Μπάμπης Γιωτόπουλος , έμπειρος ηθοποιός, ήταν απολαυστικός πατέρας με άνοια, ο Ορφέας Αυγουστίδης, εξίσου απολαυστικός στον ρόλο του Ιρανού. Υπερβολικοί, αλλά συνεπείς στις απαιτήσεις της γραμμής οι: Μιχάλης Ιατρόπουλος και Δημήτρης Καπετανάκος.

Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών Ελένη Ράντου-Πυγμαλίων Δαδακαρίδης ,ήταν φανερό ότι δεν είχαν καμία απολύτως καθοδήγηση. Έπαιζαν με το ένστικτό τους, το ταλέντο τους, την εμπειρία τους. Καλοί ηθοποιοί και οι δυο, αγαπητή ιδιαίτερα η Ελένη Ράντου, αλλά πέρα από τους φρενήρεις ρυθμούς και τον εκβιασμό του γέλιου ή και των δακρύων, με ατάκες φαρμακερές, με μανιέρες που αγαπάμε, με διακυμάνσεις αστραπιαίες από τη νηφαλιότητα στην υψηλή ένταση, δεν κατάφεραν να κρατήσουν μια σκηνή που να έχει «εσωτερικότητα». Ούτε μια. Όταν πήγαινε κάτι να δημιουργηθεί, να μπει ο θεατής σʼ ένα προσωπικό ταξίδι αυτοανάλυσης, απολογισμού πράξεων , ανάληψης ευθυνών, την κατέστρεφαν στο επόμενο δευτερόλεπτο. Κρίμα. Γιατί μπορούσαν να προσεγγίσουν τους ρόλους τους , να «βουτήξουν» σε νερά που παγώνουν, ζεσταίνουν, πνίγουν, παρασέρνουν , άλλοτε με γλύκα, άλλοτε με αρμύρα και φτάνουν στην κάθαρση συναισθημάτων . Ο σκηνοθέτης προτίμησε, υποθέτω, να τους αφήσει να οργώσουν τη σκηνή όπως ήθελαν.

Το βραβευμένο κείμενο είχε μπόλικες ανατροπές, είχε και απενοχοποιημένες «κακές συνήθειες», όπως ο «μπάφος» και το «ψημένο», άσχετα αν πέφτει στο τέλος και μια παραδοχή ότι οι ουσίες καίνε το μυαλό, αλλά υπάρχουν στιγμές που το θέατρο και η ερμηνεία ενός ηθοποιού σε κάνει να νιώσεις τόσα πράγματα που οι λέξεις είναι ανίκανες να τα περιγράψουν. Όσο και να θες να μεταφέρεις στο χαρτί το αψεγάδιαστο, το τέλειο, το συγκλονιστικό που βίωσες σε μία παράσταση, το μόνο που κατορθώνεις στο τέλος είναι να παρουσιάσεις ένα μικρό κομμάτι αυτού του συναισθήματος. Οι έξι ηθοποιοί της παράστασης έπαιξαν χωρίς εσωτερική ερμηνεία και ολοκληρωτική μεταμόρφωση, ώστε να παρουσιάσουν αλήθειες όπως ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, η μικροψυχία, η εγκατάλειψη, η δειλία. Από το κείμενο διέρρευσαν όλα αυτά, πλην των εξαιρέσεων που ανέφερα παραπάνω. Ωστόσο, οι ώρες κύλισαν ευχάριστα. Κωμωδία είδαμε.

Η Ελένη Ράντου είναι αγαπημένη ηθοποιός. Και τα «φέρνει». Αποδεδειγμένα.  

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.