«Άγρυπνο Κώμα» Της Γιούλης Αποκατανίδου στο θεατράκι της Στέγης. Από τις ομάδες «Δρυάδες» και «Μικροί Ήρωες».

0

Είδα την παράσταση σε avant premiere , η οποία θα παίζεται στις 20-21-22 του μηνός και κάθε Παρασκευή στις 21,15 στο θεατράκι της Στέγης.
Τρεις γυναίκες στη σκηνή, τρεις δρόμοι, τρεις «εσωτερικοί» μονόλογοι που τους δένει το ίδιο αίμα. Μάνα και κόρες. Ο άνδρας ωσεί παρών. Και, ατυχώς γιʼ αυτές, καταστροφικός καταλύτης.
Η Γιούλη Αποκατανίδου έγραψε ένα πυκνό κείμενο, που χρειάζεται ιδιαίτερη προσήλωση του θεατή για να κατανοήσει το κίνητρό της και τις προεκτάσεις του, ως συνάντηση με αυτό σε κάποιο σημείο στη δική του διαδρομή, χρειάζεται βύθιση στα ενδότερα για να βρει παράλληλες γραμμές, να διαπιστώσει κατά πόσο τον αφορά ή όχι.
Το εισαγωγικό σημείωμα στο πρόγραμμα δε βοηθά τον θεατή να αποκομίσει εύκολα κεντρική ιδέα. Πιθανώς να είναι σκόπιμα βερμπαλιστικό για να του γεννήσει απορίες και να επικεντρωθεί στη συνέχεια στα δρώμενα , ώστε να καταφέρει να συνδυάσει προσωπικά δράματα των ηρωίδων με πολυσήμαντα μηνύματα.
Η μάνα Αργυρώ, θεοσεβούμενη αλλά σκληρή γυναίκα. Από την αρχή έως το τέλος επιθετική. Μια «σκύλα» που διαρκώς βγάζει δόντια. Οι πληγές της ανοικτές .Τις δείχνει στο κοινό με τα λόγια και το αγέλαστο ύφος της. «….από κείνη τη μέρα ξανααγάπησα τον Χριστό και μίσησα τον Μηνά. Ένα κακό σπυρί ήταν που με πονούσε αλλά έκανα υπομονή. Τον έβαλα στο περιθώριο. Ένα βράδυ.. με στρίμωξε.. άρπαξα την εικόνα αγκαλιά…έκλεισα τα μάτια.. όσο φούσκωνε η κοιλιά τόσο πιο γλυκιά γινόμουν..». Δεν έδειξε «γλύκα» στη σκηνή. Ήταν προφανές ότι η πίκρα που γεύτηκε στη ζωή της δεν της έδωσε περιθώριο να εξωτερικεύσει ούτε τη χαρά της που ονομάτισε τη μια της κόρη «Θεοδώρα-δώρο Θεού».
Η κόρη Μαρία σε κώμα: « …τα πόδια μου. .δεν τα αισθάνομαι. Δεν αισθάνομαι ούτε τα χέρια….μπορώ μόνο να σκέφτομαι.. μόνο αυτό…» . Από καιρού εις καιρόν από το ανάκλιντρο- μνήμα ,αναμοχλεύει παρόν και παρελθόν σε μια μεταφυσική αναζήτηση αλήθειας. Κάτω από τα δάκρυά της λάμπει το μίσος ή το παράπονο; Ο θεατής θα κρίνει. Νομίζω – από ό,τι εισέπραξα εγώ- πως δε ζητάει εκδίκηση κι ας είναι ασυγχώρητοι όσοι στο όνομα του Θεού ή του χρήματος, της απληστίας ή της έχθρας βρωμίζουν τη ζωή με τις πράξεις τους. Μνήμη ζητάει! Κι ακριβώς αυτό κάνει η συγγραφέας. Της αποδίδει το μνημόσυνο.
Η άλλη κόρη είναι ο γρίφος. Ναι μεν παιδί με ειδικές ανάγκες αλλά η πένα την εμπλέκει και αυτήν με το υπερφυσικό, το θειο. Από ακατάληπτες λέξεις σε διαλείψεις λογικής. «..τον πατέρα μου τον έλεγε αψύ…οι μπαμπάδες πάνε στα χωράφια, πάνε σε καφενείο, δε σου μιλάνε πολύ-πολύ, δε μαγειρεύουν, μόνο βρίζουν…» Δηλαδή υπάρχει ειρμός, υπάρχει λογική, υπάρχουν εικόνες σε καθαρή μνήμη. Ωστόσο, η συγγραφέας ή ο σκηνοθέτης τη δαιμονίζει και ο αόρατος ξορκιστής την υποβάλει σε μαρτυρικό εξαγνισμό; Όντως, δύσκολο σημείο για μια εμπεριστατωμένη με επιχειρήματα αποκωδικοποίηση.
Εν πολλοίς, η πάλη είναι μεταξύ της θεωρίας του δόγματος του χριστιανισμού σε παθιασμένους «οπαδούς» και της αμφιβολίας της δύναμης ελέους από το υπέρτατο ον, της μοιρασιάς του δίκιου και του άδικου ή- εγώ προτιμώ- της δοκιμασίας που υφίσταται η φθαρτή μας ύλη και το «πνεύμα» που κατοικεί σʼ αυτήν.
Η σκηνοθεσία θέλησε τη μη ρεαλιστική απόδοση του κειμένου, το οποίο έτσι και αλλιώς ταλαντεύεται ανάμεσα σε ρεαλιστικές, υπερρεαλιστικές σκηνές. Ο σκηνοθέτης δεν άφησε νʼ αναπνεύσει ελπιδοφόρα η παράσταση. Τη θέλησε πνιγηρή, σκοτεινή, πεσιμιστική, ομιχλώδης. Η γραμμή που ακολούθησε ήταν ενιαία και απλώθηκε και στις ερμηνείες. Και οι τρεις γυναίκες, φιγούρες αρχαίας τραγωδίας. Αν δεχθούμε ότι η ανθρώπινη φωνή ως όργανο μουσικής και ως όργανο εκφερόμενου λόγου, ως δίαυλος επικοινωνίας, ως φορέας σημασιών και αισθημάτων, κατέχει δεσπόζουσα θέση μέσα στους ήχους του σύμπαντος όπου συναντώνται οι αρχαίες φωνές των παλαιών μουσικών οργάνων, ο ήχος της σιωπής και ο ήχος των δακρύων, τότε θα μιλήσουμε για υπερβολή και βερμπαλισμό στην εκφορά του λόγου, με μερική αποστασιοποίηση από αυτό το υπέρ, της μάνας, που είχε γήινες στιγμές.
Το μινιμαλιστικό σκηνικό βοηθά στη συγκεκριμένη απόδοση. Εικαστικό αποτέλεσμα και υλικά με μεταφορικές έννοιες. Από τις χαρτόκουτες-μήτρες έως το βάθρο-τύμβο. Οι φωτισμοί ατμοσφαιρική και πάντα στο πνεύμα του μεταφυσικού. Το ίδιο και οι μουσικές επιλογές. Το τραγούδι στο φινάλε, ιδιαίτερα όμορφο.
Πρέπει να δείτε την παράσταση για να σχηματίσετε άποψη. Το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για μια ξεχωριστή εμπειρία.
Συντελεστές:
Κείμενο: Γιούλη Αποκατανίδου. Σκηνοθεσία, μουσική επιμέλεια: Ανδρέας Λαδάς.
Σκηνογραφία, φωτισμοί : Χριστίνα Γλυφού. Μακιγιάζ: Μαρία Κρεάδα. Φώτα: Ευθύμης Κυριακίδης. Ήχος : Βάγια Παπαποστόλου.. Τεχνικός σκηνής: Βασίλης Δημούδης.
Παίζουν: Φωτεινή Γκόγκου, Έμυ Καμπουρίδου, Ελευθερία Τσαρτσάρη.


ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.